ΧΑΟΣ.
ΧΑΟΣ.
ένα κουβάρι συναισθήματα
αδυσώπητος πόνος μιας εποχής που άφησε τα σημάδια της επάνω σου
ταμπέλες μάυρες και βαριές
ταμπέλες που κουβαλάς σαν πιστός δούλος του ίδιου σου του εαυτού
κοιτάζεις τη θάλασσα
κοιτάζεις την ελευθερία σου
ο ωκεανός τα δάκρυα σου
δάκρυα που σε λυτρώνουν,δάκρυα που σε ξεπλένουν
οι ταμπέλες ακόμα εκεί
φιγουράρουν απρόκλητα
σε θάβουν ανεξέλγκτα για τις στοιχειωμένες μέρες της ζωής σου
Φαντάσματα στο σπίτι, φαντάσματα στο δρόμο, στη δουλειά
φαντάσματα...στον αέρα που αναπνέεις.
πνίγεσαι αβοήθητος
δε ξέρεις το δρόμο της επιστροφής
δε μπορείς να επιστρέψεις
ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ...
ένας λυγμός υποδηλώνει την πληγή σου
να θέλεις να ξεφύγεις και να μη μπορείς
να θέλεις να αλλάξεις και αυτά να σε στοιχειώνουν
κατι θέλουν απο σένα , να σε ρουφήξουν ολόκληρο
να σε καταπιούν, να σε εξαφανίσουν
θα τους αφήσεις άμοιρε άνθρωπε
δεν είναι ερώτηση, δεν είναι παραδοχή
σε βλέπω να πνίγεσαι και δε μπορώ να βοηθήσω
σε βλέπω να τυλίγεσαι από φίδια τύψεων και ενοχών
να κυλιέσαι στο χώμα και να αναπνέεις λάσπη
οι φωνές σε τρομάζουν
οι αγκαλιές σε απωθούν
ο ίδιος σου ο εαυτός σε καταστρέφει
η μοίρα σου μια τραγική φιγούρα των εποχών
η ζωή σου ένα αστείο παραμυθάκι για να γελάει το σύμπαν
η αναπνοή σου : το ΧΑΟΣ.
Χ για ΧΑΟΣ
Χ.